Η παρούσα ιστορική αναδρομή αποτελεί προϊόν εργασίας και προσφορά του Πανοσιολογιότατου Αρχιμανδρίτη Ιωακείμ Αρχοντού.


Τά Ψαρά παρέμειναν ἔρημα γιά ἐνάμιση περίπου αἰώνα σύμφωνα μέ τίς μέχρι σήμερα γνωστές πηγές. Ὁ ἐπανοικισμός τους ἔλαβε χώρα μετά τό β΄μισό τοῦ 16ου αἰ. ὅταν πλέον εἶχε παγιωθεῖ ἡ ὀθωμανική κυριαρχία στό Αἰγαῖο πέλαγος & εἶχε παταχθεῖ ἡ πειρατεία. Ἡ ἱστορική ἔρευνα ἀπέδειξε ὅτι πρωτοκατοίκησαν τό νησί τουρκικές οἰκογένειες σταλμένες ἀπό τήν ὀθωμανική ἐξουσία γιά τήν ἀσφάλεια τοῦ τόπου & τήν περαιτέρω παγίωση τῆς κυριαρχίας της λόγω τῆς στρατηγικῆς σημασίας του στό κέντρο τοῦ Αἰγαίου. Στή συνέχεια ἦλθαν νά προστεθοῦν & κάποιες ἀλβανικές. Ἡ παρουσία Ἀλβανῶν ἑντάσσεται στά πλαίσια τοῦ γενικώτερου ἐποικισμοῦ τους & σέ ἄλλα νησιά τόσο τοῦ Ἀρχιπελάγους ὅσο & τοῦ Ἀργοσαρωνικοῦ κατά τήν περίοδο αὐτή. Ὅσον ἀφορᾶ τόν χρόνο ἐγκαταστάσεως ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν ἔχουμε στήν διάθεσή μας δύο σημαντικές πληροφορίες. Ἡ πρώτη άντλεῖται ἀπό τόν Τρύφωνα Εὐαγγελίδη & Μ. Μιχαηλίδη-Νουάρο, οἱ ὁποίοι στό ἔργο τους «Ἱστορία τῆς Νήσου Κάσου...» ἀποφαίνονται ὅτι τά Ψαρά πρωτοκατοικήθηκαν ἀπό ἕλληνες στά 1562. Ὁ πλοηγός Ἀντώνιος ἀπό τήν Μῆλο (Antonio di Milo) γράφει στό Isolario του ὅτι τά Ψαρά συνωκίσθηκαν στά 1571, ἐνώ ἡ Σάμος στά 1572 & ὁ Ἅγ. Εὐστράτιος στά 1577 παρεχοντάς μας τήν δεύτερη σημαντική πληροφορία. Ὑπάρχει & μία τρίτη πολύτιμη μαρτυρία , ἡ ὁποία μᾶς ἐπιτρέπει νά υἱοθετήσουμε τό χρονικό διάστημα ἀπό τό 1562 ἕως τό 1571, σάν τή χρονική περίοδο ἐγκαταστάσεως τῶν Ἑλλήνων στά Ψαρά. Στά 1580 τό νησί  μαζί μέ τήν Σάμο, Ἰκαρία & Ἀστυπάλαια ἀποτέλεσαν πατριαρχική ἐξαρχία. Τό γεγονός αὐτό ἀποδεικνύει ἀνεπιφύλακτα τήν παρουσία ὀρθόδοξου χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ & τήν ἔνταξή του στήν προαναφερόμενη ἐξαρχία. Ἀλλά & ὁ περιηγητής Lorenzo Bernardo ἀναφέρει στό ἔργο του τά Ψαρά ὡς κατοικημένα κατά τό ἔτος 1591.

Οἱ ἕλληνες πού ἐγκαταστάθηκαν στά Ψαρά προέρχονταν ἀπό τήν Εὔβοια, Θεσσαλομαγνησία & τή Δυτική Ἤπειρο, αὐτοί κατά τόν Κ. Νικόδημο «ἀνεχώρησαν κατά καιρούς ἐκεῖθεν διά νά μεταβῶσιν εἰς τήν Μικράν Ἀσίαν, ὅπου ἡ τυραννία τῶν Τούρκων ὑπῆρχεν ἐλαφροτέρα καί ἀπό ἑναντίους ἀνέμους ἐλλιμενίσθησαν εἰς Ψαρά, προτιμήσασαι νά μείνωσιν εἰς τήν ξηράν νῆσον ἐλεύθεραι, παρά νά ὑπάγωσιν εἰς ἐλαφρότερον ζυγόν εἰς τήν Μ. Ἀσίαν». Σύν τῷ χρόνῳ προστέθηκαν στίς ἤδη ὑπάρχουσες οἰκογένειες & ἄλλες ἀπό τή Χίο μέ ἀποτέλεσμα νά αὐξηθεῖ σημαντικά ὁ ἑλληνικός πληθυσμός. Οἱ δέ τουρκικές & ἀλβανικές μήν ἀντέχοντας τήν συνύπαρξη ἀναγκάσθηκαν νά πουλήσουν τά κτήματά τους & νά μετοικήσουν στή Λέσβο & ἀλλοῦ.

Οἱ ἔποικοι κατοίκησαν ἀρχικά «σποράδην είς διάφορα μέρη τῆς νήσου καλλιεργοῦντες τούς ἀγρούς». Στά 1643 ὁ Κ. Νικόδημος ἀναφέρει τήν ἐγκατάσταση τοῦ «Ἀνδρέου Καναλιέως» μέ τήν οἰκογένειά του & 17 ὁπλοφόρους. Σιγά σιγά ἐξαιτίας κυρίως τοῦ πειρατικοῦ κινδύνου ἄρχισαν νά συγκεντρώνονται γιά μόνιμη & ὀργανωμένη ἐγκατάσταση στό σοφά ἐπιλεγμένο ἀπόκρημνο & βραχῶδες φυσικό ὀχυρό, πού βρίσκεται στά νοτιοδυτικά τοῦ νησιοῦ, ἐκεῖ ὅπου σήμερα ὑψώνεται ὁ ἱστορικός ναός τοῦ Ἁγ. Νικολάου. Γιά τήν ἐνδυνάμωσή του ἀκόμη περισσότερο οἰκοδόμησαν κάστρο μέ μία εἴσοδο στήν ἀνατολική - περισσότερο εὐάλωτη ἀμυντικά – πλευρά & παραπλήσια σ’ αὐτήν πύργο (τόν Γουλᾶ) στόν ὁποῖο τοποθέτησαν δύο κανόνια. Στήν περίμετρο του κάστρου ἐκτισαν τίς μικρές κατοικίες τους, ἐνώ στό κέντρο οἰκοδόμησαν - ἄγνωστο πότε - τόν μικρό ναό τοῦ προστάτη τους Ἁγ. Νικολάου. Πρίν τό 1661 οἰκοδόμησαν & ἄλλο ναΰδριο ἀφιερωμένο στήν Ἁγ. Παρασκευή. Ἐπίσης ἀπό ἐντοιχισμένες κτητορικές ἐπιγραφές πληροφορούμεθα ὅτι μέχρι τό 1750 ἀνέγειραν ἐπίσης τούς ἱ. ναούς τοῦ Ταξιάρχη-Ἁγ. Σπυρίδωνα (δίκλιτη 1714), Ἁγ. Κιουράς (1735), Ἅγ. Κυριακῆς (1746), Ἅγ. Λουκά (1747), & τό παλαιό μονύδριο τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου (πρό τοῦ 1746).  Ἡ ἀνέγερση τῶν ἐκκλησιῶν τῆς Ἅγ. Τριάδας ΒΑ τῆς Μονῆς, τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἅγ. Ιωάννη Χρυσοστόμου, τῆς Ἅγ. Παρασκευῆς & Ἅγ. Σοφίας - ἡ ἀρχική – ἑντάσσεται στό α΄μισό τοῦ 18ου αἰ. μολονότι δέν διασώθηκαν χρονολογικά τεκμήρια. Στόν λόφο βόρεια τοῦ κάστρου ἐγκατέστησαν βιγλάτορες γιά τήν παρακολούθηση τῶν πειρατικῶν κινήσεων & τήν προφύλαξη τῶν κατοίκων, ἄλλωστε ὅπως ἀναφέρει στό χρονικό του (1696) ὁ Ἄγγλος περιηγητής Robert οἱ ψαριανές ἀκτές μέχρι τά τέλη τοῦ 17ου αἰ. ἦταν πειρατικά ὁρμητήρια. Στά 1675 – 1676 ἐπισκέπτονται τά Ψαρά οἱ Jacob Spon & George Wheler & ἀναφέρουν ὅτι ὑπάρχει ἕνα κατοικημένο χωριό.

Ἐξαιτίας τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ ἀναγκάζονται δειλά δειλά, ἐξαιτίας τῆς μή ἐκλείψεως ἀκόμη τῶν πειρατῶν, κατά τό πρῶτο τέταρτο τοῦ 18ου αἰ. νά οἰκοδομοῦν τίς κατοικίες τους & ἐκτός τοῦ κάστρου ἀλλά κοντά σ’ αὐτό στήν πλαγιά τοῦ ὑψώματος. Στά 1739 ὁ Ἄγγλος περιηγητής Richard Pococke ἐπισκεπτόμενος τό νησί καταγράφει τίς πολύ σημαντικές ἐντυπώσεις του στό ἔργο του  «Voyages». Ἀναφερόμενος στόν οἰκισμό τόν χαρακτηρίζει ὡς πόλη κατοικημένη ἀπό 1000 ψυχές. Διοικούνταν ὅπως & οἱ Χιῶτες ἀπό τρεῖς δημογέροντες. Διοικητικά, ἐκκλησιαστικά & οἰκονομικά ἐξαρτιώνταν ἀπό τή Χίο. Οἱ κατοικίες ἦταν μονοώροφες, χαμηλοτάβανες & κακοκτισμένες ἐπάνω σέ μία ἥμερη πλαγιά. Οἱ κάτοικοι ἀντιμετώπιζαν μέ γενναιότητα τίς πειρατικές ἐπιδρομές τῶν Μαλτέζων κυρίως πειρατῶν & ἀσχολοῦνταν μέ τήν γεωργία. Μάλιστα μέ τά μικρά τους πλεούμενα ἐμπορεύονταν μέ τά μικρασιατικά παράλια ἐξάγοντας κρασί & είσάγοντας σιτάρι. Ἡ μικρή κοινωνία τοῦ νησιοῦ ἦταν ὀργανωμένη ἀλλά δέν παραλείπει νά σημειώσει τήν ἔλλειψη γιατροῦ, χειρουργοῦ & δικηγόρου. Φθάνοντας πρός τό τέλος τοῦ α΄μισοῦ τοῦ 18ου αἰ. παρατηροῦμε τόν μέχρι πρότινος καθαρά ἀγροτικό πληθυσμό τοῦ νησιοῦ μετασχηματιζόμενο νά προσαρμόζεται σιγά σιγά στούς ὅρους ζωῆς πού ἐπέβαλλε τό ὑγρό στοιχεῖο & νά ἐπεκτείνει τήν ἐμπορική του δραστηριότητα χωρίς νά λησμονεῖ & τήν ἀγροτική του ἐνασχόληση. Ἡ ὁλοένα αὐξανόμενη οἰκονομική τους ἄνοδος ἔχει ἐπιδράσεις στόν πολιτισμό & στήν προαγωγή τῆς οἰκονομικῆς τους ζωῆς. Σταδιακά ὁδηγοῦνται πρός τό οἰκονομικό, πολιτιστικό & κοινωνικό θαῦμα τῆς μετά τή συνθήκη τοῦ Κιουτσούκ Καϊναρτζῆ (1774) ἐποχῆς.

 
Ανάρτηση Αποφάσεων στο Διαδίκτυο | Δήμος Ψαρών